Γεννήθηκε ως Μαργαρίτα Τσαντ στο Όουκ Παρκ του Ιλινόι, ΗΠΑ, στις 30 Σεπτεμβρίου 1923, και ήταν η μεγαλύτερη από πέντε αδερφές.

Αρχικά σπούδασε δημοσιογραφία, ενώ ακολούθως ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημόσια Υγεία στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, όπου γνώρισε τον οικονομολόγο Ανδρέα Παπανδρέου.

Το ζευγάρι ζούσε αρχικά στη Μινεσότα και αργότερα στην Καλιφόρνια, όπου ο Ανδρέας δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ, ενώ η Μαργαρίτα συνέχισε τις ακαδημαϊκές της δραστηριότητες.

Παντρεύτηκαν το 1951 και το 1959‑1960 η Μαργαρίτα συνόδευσε τον σύζυγό της στη Γιουγκοσλαβία, όπου ο Ανδρέας, με χορηγίες των αμερικανικών ιδρυμάτων Guggenheim και Fulbright, μελετούσε το οικονομικό σύστημα της χώρας.

Το 1961 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, όταν ο Ανδρέας επέστρεψε ως επικεφαλής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) με την υποστήριξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Από τη σύζυγό του απέκτησαν τέσσερα παιδιά – Γιώργο, Σοφία, Νίκο και Αντρίκο – και η οικογένεια βρέθηκε στο επίκεντρο της ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Η σχέση τους κατέληξε σε διαζύγιο το 1989, μετά από χρόνια εντάσεων, ενώ ο Ανδρέας παντρεύτηκε τη Δήμητρα Λιάνη λίγους μήνες αργότερα.

Η Μαργαρίτα υπηρέτησε ως πρόεδρος της Ένωσης Γυναικών Ελλάδος (Ε.Γ.Ε.) για οχτώ χρόνια, προωθώντας θέματα ειρήνης, γυναικών και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Στο πλαίσιο της δράσης της, συνέβαλε στην κατάργηση του θεσμού της προίκας (1982), στη νομιμοποίηση των εκτρώσεων (1986), στην θέσπιση του πολιτικού γάμου (1982), καθώς και στην εναρμόνιση του νόμου για διαζύγια με αμοιβαία συναίνεση, τη διατήρηση του επωνύμου των γυναικών μετά το γάμο και την ίση κηδεμονία των παιδιών.

Επιπλέον, υπήρξε ενεργή συγγραφέας άρθρων και βιβλίων, ενισχύοντας το δημόσιο διάλογο για τα δικαιώματα των γυναικών και την κοινωνική πρόοδο.

Η θνησιμότητά της σηματοδοτεί το τέλος μιας γενιάς που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής.