Η 23 Σεπτεμβρίου, που έχει καθιερωθεί ως Ευρωπαϊκή Ημέρα Βιολογικής Παραγωγής, υπενθυμίζει το ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για τη Βιολογική Παραγωγή, το οποίο θέτει ως φιλόδοξο στόχο το 2030 η καλλιέργεια τουλάχιστον 25 % της γεωργικής γης της Ένωσης με βιολογικές μεθόδους.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σήμερα περίπου 17 εκατομμύρια εκτάρια (11 % της συνολικής αγρογης) είναι βιολογικά καλλιεργημένα, ενώ οι λιανικές πωλήσεις βιολογικών προϊόντων έχουν ξεπεράσει τα 45 δισεκατομμύρια ευρώ, παρά τις πρόσφατες πληθωριστικές πιέσεις σε ορισμένες χώρες.
Η Ελλάδα ξεχωρίζει με 17,2 % της εθνικής αγρογης υπό βιολογική διαχείριση το 2022 – το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ – και κατατάσσεται έκτη μεταξύ των κρατών-μελών ως προς το μερίδιο βιολογικής γης.
Ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, τόνισε ότι η βιολογική παραγωγή αποτελεί πλέον σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής και ελληνικής αγροδιατροφής, και ότι η πρόκληση είναι η σύνδεση της παραγωγικής βάσης με την αγορά, την προστιθέμενη αξία και το εισόδημα των παραγωγών, διασφαλίζοντας παράλληλα την αξιοπιστία των προϊόντων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανάπτυξη των βιολογικών δεν περιορίζεται στην αύξηση των εκτάσεων· απαιτείται εμπιστοσύνη των καταναλωτών, αποτελεσματικοί έλεγχοι, πιστοποίηση, ιχνηλασιμότητα και μια αλυσίδα που επιτρέπει στον παραγωγό να φθάνει στην αγορά με καλύτερους όρους.
Στην Ελλάδα, οι Αγορές Παραγωγών Βιολογικών Προϊόντων λειτουργούν μέσω Αυτοδιαχειριζόμενων Φορέων, που οργανώνονται από τους ίδιους τους βιοκαλλιεργητές. Στην Αττική, 25 δήμοι φιλοξενούν τέτοιες αγορές με πάνω από 250 μέλη, ενώ στη Θεσσαλονική Περιφέρεια λειτουργούν έξι αγορές με περίπου 80 παραγωγούς.
Το μοντέλο αυτό, που εξαλείφει ενδιάμεσους κρίκους, επιτρέπει στον παραγωγό να έρχεται άμεσα σε επαφή με τον καταναλωτή, προσδίδοντας ταυτότητα στο προϊόν και ενισχύοντας την τοπική οικονομία. Η ελληνική εμπειρία έχει ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον ιταλικών φορέων για ανταλλαγή τεχνογνωσίας και πιθανή ανάπτυξη παρόμοιων αγορών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Το ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης προβλέπει, μεταξύ άλλων, στήριξη της οργάνωσης της αλυσίδας τροφίμων, της τοπικής και μικρής κλίμακας μεταποίησης και των σύντομων αλυσίδων εμπορίας, στοιχεία που ταιριάζουν με το ελληνικό μοντέλο άμεσης διάθεσης.