Η νέα ανάλυση, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Environmental Health Perspectives, εξετάζει όχι μόνο τις δραστικές ουσίες των φυτοφαρμάκων, αλλά και τις λεγόμενες «αδρανείς» ή ανενεργές ουσίες που συνθέτουν το τελικό προϊόν. Από τις 485 χημικές ουσίες που βρέθηκαν, 340 (περίπου τα δύο τρίτα) δεν είναι καταχωρισμένες ως ενεργά συστατικά από το EPA, γεγονός που αφήνει ένα σημαντικό κενό στην αξιολόγηση του κινδύνου για την υγεία.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από πάνω από 12 αμερικανικές κυβερνητικές βάσεις, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για την παραγωγή, τη χρήση, τις εκπομπές στο περιβάλλον και τις συγκεντρώσεις των ουσιών στον ανθρώπινο οργανισμό. Η ανάλυση έδειξε ότι τα φυτοφάρμακα αποτελούν μία από τις κύριες πηγές έκθεσης, αλλά όχι τη μοναδική: 500 χημικές ουσίες σχετικές με τον καρκίνο του μαστού εντοπίστηκαν επίσης σε καταναλωτικά προϊόντα, 462 σε τρόφιμα, 162 στο πόσιμο νερό, 142 σε φαρμακευτικά προϊόντα και 106 σε οικοδομικά υλικά.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων της Εθνικής Έρευνας Υγείας και Διατροφής των ΗΠΑ, 84 από τις 485 ουσίες έχουν ανιχνευθεί σε ανθρώπους, αν και οι ερευνητές θεωρούν ότι ο αριθμός αυτός υποεκτιμά την πραγματική έκθεση, επειδή πολλές ουσίες δεν παρακολουθούνται συστηματικά.

Η μελέτη επισημαίνει τη μακροπρόθεσμη παρουσία ορισμένων χημικών στο ανθρώπινο σώμα. Οργανοφωσφορικά φυτοφάρμακα, όπως το μαλαθείο, βρέθηκαν σε πάνω από 90 % του αμερικανικού πληθυσμού που εξετάστηκε, ενώ το απαγορευμένο DDT παραμένει ανιχνεύσιμο σε περισσότερο από 40 % των ατόμων.

Τα ευρήματα θέτουν ερωτήματα για το πώς οι ρυθμιστικές αρχές αξιολογούν την ασφάλεια των φυτοφαρμάκων. Η πλειονότητα των «αδρανών» ουσιών δεν περιλαμβάνεται στις λίστες όπως η Proposition 65 της Καλιφόρνιας, η οποία καταγράφει χημικές ουσίες που θεωρούνται καρκινογόνες ή βλαβερές για την αναπαραγωγή.

Οι συγγραφείς καλούν σε πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση που θα λαμβάνει υπόψη ολόκληρη τη σύνθεση των προϊόντων, όχι μόνο τις ενεργές ουσίες, ώστε να κλείσει το κενό στην εκτίμηση των κινδύνων για τον καρκίνο του μαστού.