Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Metabolism, παρακολούθησε 887 παιδιά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γερμανία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία, όλα με επιβεβαιωμένο υψηλό γενετικό κίνδυνο για Διαβήτη Τύπου 1. Κατά τη διάρκεια έξι ετών, συλλέχθηκαν 12.151 δείγματα κοπράνων για την ανάλυση της εξέλιξης του εντερικού μικροβιώματος.

Με βάση τα δεδομένα, οι ερευνητές κατηγοριοποίησαν την ανάπτυξη του μικροβιώματος σε τρεις διαδρομές: πρώιμη ωρίμανση, όψιμη ωρίμανση και πρώιμη στασιμότητα (πλατό). Τα παιδιά που ανήκαν στην ομάδα της πρώιμης στασιμότητας παρουσίασαν χαμηλή βακτηριακή ποικιλότητα κατά τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής τους.

Η στασιμότητα αυτή συνδέθηκε με 3,2‑πλάσιο αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Διαβήτη Τύπου 1 ή νησιδιακής αυτοανοσίας – μιας κατάστασης όπου το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα βήτα κύτταρα του παγκρέατος – πολύ πριν εμφανιστούν κλινικά συμπτώματα.

Η έρευνα κατέγραψε επίσης πώς η διατροφική μετάβαση επηρεάζει τη σύνθεση των εντερικών βακτηρίων. Στα πρώτα στάδια κυριαρχούν τα είδη Bifidobacterium, προσαρμοσμένα στη διάσπαση του μητρικού γάλακτος. Η εισαγωγή στερεών τροφών αυξάνει τα βακτήρια που διασπούν σύνθετους υδατάνθρακες και φυτικές ίνες. Στα παιδιά με πρώιμη ωρίμανση αυτή η μετάβαση έγινε γρήγορα, ενώ στα παιδιά με πρώιμη στασιμότητα η εξέλιξη του μικροβιώματος παρέμεινε αργή παρά την εισαγωγή στερεών τροφών. Παράγοντες όπως ο θηλασμός, ο τρόπος τοκετού και ο χρόνος έναρξης των στερεών τροφών συνδέθηκαν άμεσα με τις διαφορετικές διαδρομές.

Οι ερευνητές τονίζουν περιορισμούς της μελέτης: δεν αποδεικνύεται αιτιώδης σχέση μεταξύ συγκεκριμένης τροφής και Διαβήτη Τύπου 1, το δείγμα δεν είναι αντιπροσωπευτικό του γενικού πληθυσμού, καθώς περιλαμβάνει μόνο παιδιά με υψηλό γενετικό κίνδυνο, και η σχεδίαση δεν επιτρέπει εξαγωγή συμπερασμάτων αιτίας‑αποτελέσματος.

Παρόλα αυτά, η ομάδα θεωρεί ότι ο συνδυασμός παρακολούθησης του μικροβιώματος με γενετική ανάλυση θα μπορούσε στο μέλλον να επιτρέψει την έγκαιρη πρόγνωση της νόσου. Ο συνερευνητής Daniel Wang σημειώνει ότι η κατανόηση του ρόλου του μικροβιώματος μπορεί να ανοίξει το δρόμο για νέες θεραπευτικές στρατηγικές που θα καθυστερούν ή ακόμη και θα αποτρέπουν την κλινική εκδήλωση του Διαβήτη Τύπου 1.