Η αξιολόγηση, που πραγματοποιήθηκε από την επιστημονική ομάδα FEEDAP της EFSA, αφορούσε την L‑λυσίνη μονοϋδροχλωρίδιο και την υγρή L‑λυσίνη, προϊόντα της CJ Europe GmbH που παράγονται με τα GM στελέχη C. glutamicum KCCM 80368 και KCCM 80479.

Η EFSA δεν εντόπισε κανένα κίνδυνο που να σχετίζεται με τις γενετικές τροποποιήσεις των στελεχών· δεν βρέθηκαν γονίδια αντοχής στα αντιμικροβιακά, ούτε ζωντανά κύτταρα ή DNA των μικροοργανισμών στα τελικά προϊόντα, σύμφωνα με έλεγχο PCR τριών παρτίδων.

Σύμφωνα με την έκθεση, η L‑λυσίνη είναι ασφαλής για όλα τα είδη και τις κατηγορίες ζώων όταν χορηγείται στις ποσότητες που απαιτούνται για την κάλυψη των διατροφικών τους αναγκών. Η μέγιστη επιτρεπόμενη δόση ως αρωματική ύλη είναι 25 mg ανά κιλό πλήρους ζωοτροφής, ποσότητα πολύ χαμηλότερη από τις διατροφικές ανάγκες των ζώων.

Η EFSA επαναλαμβάνει τις προειδοποιήσεις της για χορήγηση του αμινοξέος μέσω του πόσιμου νερού, επισημαίνοντας ότι η ταυτόχρονη παροχή μέσω τροφής και νερού μπορεί να διαταράξει την ισορροπία του αζώτου και να αυξήσει την αποβολή του στα ούρα.

Η αξιολόγηση καταλήγει επίσης ότι η χρήση των πρόσθετων δεν θέτει κίνδυνο για τους καταναλωτές των προϊόντων ζωικής προέλευσης· η L‑λυσίνη ενσωματώνεται στα πρωτεϊνικά συστατικά των ιστών και η περίσσεια μεταβολίζεται και αποβάλλεται.

Από περιβαλλοντική άποψη, η EFSA θεωρεί ότι η προσθήκη δεν θα προκαλέσει τοπική συσσώρευση της λυσίνης, καθώς πρόκειται για φυσικό συστατικό ζώων και φυτών.

Η αξιολόγηση έγινε κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία παρέδωσε το φάκελο στην EFSA μετά από αίτηση της CJ Europe GmbH, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα πρόσθετα ζωοτροφών.