Η ποινή ακολουθεί μια σειρά καταγγελιών που υποβλήθηκαν τον Νοέμβριο του 2018 από οκτώ οργανώσεις καταναλωτών σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, υπό τον συντονισμό της Ευρωπαϊκής Οργάνωσης Καταναλωτών (BEUC). Στις οργανώσεις που συμμετείχαν ήταν και η Ελληνική Ένωση Καταναλωτών Ποιότητας Ζωής (ΕΚΠΟΙΖΩ).

Η Ιρλανδική Αρχή Προστασίας Δεδομένων ανέλαβε την ηγετική διερεύνηση τον Ιούλιο του 2019, καθώς η Google έχει την ευρωπαϊκή της έδρα στην Ιρλανδία. Ένα προσχέδιο απόφασης κοινοποιήθηκε στις υπόλοιπες εθνικές αρχές τον Αύγουστο του 2023, ενώ η τελική απόφαση δημοσιεύθηκε τρία χρόνια αργότερα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2026.

Η ΕΚΠΟΙΖΩ τόνισε ότι οι αρχικές καταγγελίες βασίστηκαν σε έρευνα της νορβηγικής οργάνωσης καταναλωτών Forbrukerrådet, η οποία αποκάλυψε ότι οι συσκευές Android ενεργοποιούσαν αυτόματα την παρακολούθηση τοποθεσίας. Παρά τις αλλαγές που έφερε η Google στην πλατφόρμα της, η BEUC και τα μέλη της υπέβαλαν νέα καταγγελία το 2022, υποστηρίζοντας ότι τα προβλήματα σχεδιασμού που οδηγούν σε παραπλανητικές πρακτικές δεν είχαν επιλυθεί επαρκώς.

Ο γενικός διευθυντής της BEUC, Αγκουστίν Ρέινα, δήλωσε ότι η απόφαση αποτελεί «θετική εξέλιξη για τους καταναλωτές», επειδή καθιστά τη Google υπόλογη και επιβεβαιώνει την παράνομη φύση του τρόπου λήψης συγκατάθεσης για χρήση δεδομένων τοποθεσίας. Επίσης, τόνισε ότι η οκτώχρονη καθυστέρηση μεταξύ των αρχικών καταγγελιών και της απόφασης υποσκάπτει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.

Η αντιπρόεδρος της ΕΚΠΟΙΖΩ, Ελένη Αλευρίτου, περιέγραψε τη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων εντοπισμού ως «μία από τις πιο παρεμβατικές μορφές παρακολούθησης εκατομμυρίων χρηστών παγκοσμίως», επισημαίνοντας ότι παραβιάζει τη νομοθεσία, δημιουργεί λεπτομερή προφίλ χρηστών, ενισχύει στοχευμένες διαφημίσεις και μπορεί να οδηγήσει σε χειραγώγηση και πόλωση.

Η Google έχει μέχρι τον Μάρτιο του 2027 να προσαρμόσει τις υπηρεσίες της ώστε να συμμορφωθεί πλήρως με το GDPR, υπό τον κίνδυνο περαιτέρω κυρώσεων από τις ευρωπαϊκές αρχές προστασίας δεδομένων.