Οι ερευνητές του Northwestern University και του Ann & Robert H. Lurie Children’s Hospital of Chicago ανέλυσαν δεδομένα από εθνική βάση διοικητικών και ασφαλιστικών στοιχείων των ΗΠΑ (2017‑2022), εντοπίζοντας 2.031 νέους με διάγνωση παχυσαρκίας, προδιαβήτη ή διαβήτη τύπου 2 που ξεκίνησαν θεραπεία με GLP‑1 και είχαν ασφαλιστική κάλυψη τουλάχιστον έξι μήνες πριν τη χορήγηση.
Μέσα στον πρώτο χρόνο, το 10,2 % των παιδιών παρουσίασε διατροφική ανεπάρκεια ή σχετική επιπλοκή στα πρώτα 180 ημέρες, ενώ το ποσοστό αυξήθηκε σε 16,88 % στα 12 μήνα. Η πιο συχνή ανεπάρκεια ήταν η βιταμίνη D (12,4 % των συμμετεχόντων), ακολουθούμενη από διατροφική αναιμία (1,55 %) και σιδηροπενική αναιμία (1,44 %).
Παρά τη γνωστή μείωση της όρεξης από τα GLP‑1, μόνο το 5 % των παιδιών έλαβε διατροφική συμβουλευτική μέσα στις πρώτες 30 ημέρες, και το 23,3 % εντός έξι μηνών. Ο μέσος χρόνος μέχρι την πρώτη διατροφική παρέμβαση ήταν περίπου 149 ημέρες.
Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η έλλειψη βιταμίνης D, σιδήρου και ασβεστίου στην εφηβεία μπορεί να επηρεάσει την οστική ανάπτυξη, τη μυϊκή μάζα και τη γενική ωρίμανση. Συνεπώς, προτείνουν τη συστηματική διατροφική παρακολούθηση από την έναρξη της θεραπείας με GLP‑1, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης πρωτεϊνών, της ενδεχόμενης συμπλήρωσης θρεπτικών ουσιών και της άσκησης ενδυνάμωσης.
Η μελέτη βασίστηκε σε διοικητικά δεδομένα και καταγεγραμμένες διαγνώσεις, χωρίς συστηματικές εργαστηριακές εξετάσεις για όλες τις πιθανές ελλείψεις. Αυτό σημαίνει ότι ήπια ή υποκλινικά προβλήματα που δεν είχαν διαγνωστεί ενδέχεται να μην έχουν καταγραφεί, περιορίζοντας την εκτίμηση της πλήρους έκτασης του προβλήματος.
Καθώς η χρήση των GLP‑1 στην παιδιατρική αυξάνεται, οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η φαρμακευτική παρέμβαση δεν πρέπει να περιορίζεται στη μείωση βάρους· απαιτείται ολοκληρωμένη προσέγγιση που ενσωματώνει διατροφική υποστήριξη και παρακολούθηση για την προστασία της ανάπτυξης των νέων ασθενών.