Η δεύτερη Μελέτη Συνολικής Διατροφής, η οποία καλύπτει 15 ομάδες τροφίμων αντιπροσωπευτικές της τοπικής διατροφής, ανίχνευσε κάδμιο σε 125 από τα 187 δείγματα, δηλαδή στο 67 % των ελεγχόμενων προϊόντων, και σε 12 διαφορετικές ομάδες τροφίμων.

Οι τρεις ομάδες που συνεισέφεραν περισσότερο στη συνολική διατροφική έκθεση ήταν τα δημητριακά, τα λαχανικά και τα ψάρια‑θαλασσινά, οι οποίες αντιπροσώπευαν περίπου το 80 % της συνολικής πρόσληψης του μεταλλικού στοιχείου, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν τις υψηλότερες συγκεντρώσεις ανά μονάδα βάρους.

Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις κάδμιου εντοπίστηκαν σε ορισμένα θαλασσινά – αστακό, στρείδια, σουπιές, γαρίδες mantis και μύδια – καθώς και στα φύκια. Αντίθετα, χαμηλότερες συγκεντρώσεις βρέθηκαν σε ψάρια, λαχανικά, δημητριακά, φρούτα, κρέας, πουλερικά, γαλακτοκομικά και μη αλκοολούχα ποτά.

Η μελέτη εκτιμά ότι η μέση μηνιαία πρόσληψη κάδμιου για ενήλικες κυμαίνεται μεταξύ 5,3 και 6,1 µg/kg σωματικού βάρους, ενώ για τους υψηλότερα καταναλωτές φτάνει τα 9,3‑10 µg/kg. Οι τιμές αυτές παραμένουν κάτω από το προσωρινό ανεκτό όριο των 25 µg/kg που έχει θέσει η Μικτή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων FAO/WHO (JECFA).

Το κάδμιο αποβάλλεται αργά από τον ανθρώπινο οργανισμό και συσσωρεύεται κυρίως στα νεφρά και στο ήπαρ, με πιθανές επιπτώσεις στη νεφρική λειτουργία και στην υγεία των οστών. Για τους μη καπνιστές, η διατροφή αποτελεί την κύρια οδό έκθεσης.

Με βάση τα ευρήματα, το CFS συνιστά στους καταναλωτές να τηρούν μια ποικίλη και ισορροπημένη διατροφή, να αποφεύγουν την υπερβολική κατανάλωση συγκεκριμένων τροφίμων και να εφαρμόζουν καλές πρακτικές προετοιμασίας, όπως το καλάπ λούσιμο φρούτων και λαχανικών, η αφαίρεση εξωτερικών φύλλων των φυλλωδών λαχανικών και το ξεφλούδισμα ριζικών λαχανικών.